/aɲˈɟi.les.θe/ (15th CE Constantinopolitan) IPA(key): /aɲˈɟi.les.θe/ ᾰ̓γγείλαισθε • (angeílaisthe) (Epic)/(Attic) second-person plural aorist middle optative...
ἀγγειλαίμην ἀγγείλαιο ἀγγείλαιτο ἀγγείλαισθον ἀγγειλαίσθην ἀγγειλαίμε(σ)θᾰ ἀγγείλαισθε ἀγγειλαίᾰτο imperative ἄγγειλαι ἀγγειλᾰ́σθω ἀγγείλᾰσθον ἀγγειλᾰ́σθων...